Definition
▶
ασφαλής
asfalís
Ο όρος 'ασφαλής' αναφέρεται σε κατάσταση ή συνθήκη που δεν εγκυμονεί κινδύνους ή απειλές.
The term 'safe' refers to a state or condition that does not pose risks or threats.
▶
Αυτό το μέρος είναι πολύ ασφαλής για να ζείτε.
This place is very safe to live in.
▶
Νιώθω ασφαλής όταν είμαι με τους φίλους μου.
I feel safe when I am with my friends.
▶
Ο καιρός είναι ασφαλής για πλεύση σήμερα.
The weather is safe for sailing today.